Skip to content

123ο: Οι κομπελιώτικοι μπαχτσέδες του Φαναρίου με τα…

123ο: Οι κομπελιώτικοι μπαχτσέδες του Φαναρίου με τα ξακουστά κηπευτικά τους
(7ο μέρος)
Αγαπητοί φίλοι
Συνεχίζω τα μαθήματα οικονομικής ιστορίας και φυτικής παραγωγής του οικισμού Κομπέλου του Φαναρίου Καρδίτσας. Σήμερα θα αναφερθώ στα περίφημα κηπευτικά του και στη μακριά ιστορία παραγωγής τους.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με μια σειρά:
1. Η ιστορία παραγωγής κηπευτικών στο προάστιο τού άστυ του Φαναρίου Ιθώμης πηγαίνει πολύ μακριά, καθώς χάνεται μέσα στα βάθη της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές στον Κόμπελο καλλιεργούνταν κηπευτικά τα χρόνια πριν από την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453. Έτσι, στη μεγάλη φορολογική Απογραφή του 1454 και 1455 που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι, προκειμένου να ορίσουν τα δημόσια έσοδα , γίνεται αναφορά στο Φανάρι, το οποίο τότε ήταν ακμάζουσα πόλη και στρατιωτικό, δικαστικό, οικονομικό και διοικητικό κέντρο της δυτικής Θεσσαλίας. Από την Απογραφή του 1454 προκύπτει πως την περίοδο αυτή στο Φανάρι Ιθώμης καλλιεργούνταν κηπευτικά όχι μόνο για οικογενειακή κατανάλωση αλλά και για το εμπόριο. Τα φορολογικά έσοδα του κράτους των Οθωμανών από τα οπωροκηπευτικά του Κομπέλου ανέρχονταν στο 1,45% επί των συνολικών φορολογικών εσόδων που εισέπραττε από το Φανάρι. Τα κηπευτικά των Φαναριωτών του Κομπέλου διοχετεύονταν όχι μόνο στην αγορά του άστυ του Φαναρίου Ιθώμης αλλά και σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή της δυτικής Θεσσαλίας.
Η καλλιέργεια κηπευτικών συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και μετά την Απελευθέρωση του Φαναρίου Ιθώμης το 1881 από τους Τούρκους.
“Από πάππου προς πάππου είχαμε ανέκαθεν μπαχτσέδες στον Κόμπελο”, θα μου πει η κυρία Περσεφόνη Κωτίνα. Το ίδιο θα μου πουν όλοι οι υπερήλικες Φαναριώτες του Κομπέλου.
Το 1976 η καλλιέργεια λαχανικών και κηπευτικών στο χωριό μας, το Φανάρι, ειδικά στον Κόμπελο, απασχολούσε το 6% της καλλιεργήσιμης γεωργικής γης του, περίπου 600 στρέμματα, σε σύνολο 10.000 περίπου στρεμμάτων. Βλέπε την εργασία των φοιτητών του τμήματος Πολεοδομίας του ΕΜΠ, το 1978, με τίτλο: Φανάρι Θεσσαλίας ανάπλαση παραδοσιακού οικισμού, Αθήνα 1979.
Η στρεμματικη απόδοση των μπαχτσέδων ήταν και είναι πολύ υψηλότερη έναντι άλλων καλλιεργειών, όπως είναι το βαμβάκι ή το σιτάρι.
2. Το γόνιμο έδαφος και το νερό από τις ανέμες του Κομπέλου.
Το έδαφος του Κομπέλου ήταν εύφορο και γόνιμο για την καλλιέργεια κηπευτικών φυτών, όπως ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, μπάμιες, πράσα, λάχανα, μαϊντανό, φασολάκια, κρεμμύδια, μαρούλια, κουνουπίδια, μπρόκολα, καρότα, αντίδια, κολοκυθάκια, αγγουράκια, ρεπάνια, σπανάκια, άνιθο, σέλινο και λοιπά. Βέβαια η ντομάτα, τα κολοκύθια και η πιπεριά ήρθαν στην Ευρώπη τον 16ο αιώνα από την Αμερική ύστερα από τις απαρχές της αποικιοκρατίας, ωστόσο δεν φαίνεται να άργησαν να έρθουν και στους μπαχτσέδες της τουρκοκρατούμενης Θεσσαλίας.
“Όλες οι οικογένειες Φαναριωτών που έχουν ντάμι στον Κόμπελο- και οι 56 οικογένειες- ασχολούνταν με τα κηπευτικά και την κτηνοτροφία”, θα μου πει ο Θανάσης Γεωργούσης. Τα κηπευτικά ήταν η πρώτη και η κύρια ασχολία τους.
Οι Φαναριώτες του Κομπέλου πήγαιναν και πουλούσαν τα ζαρζαβατικά τους στα παζάρια.
Παζάρι γινόταν επί τουρκοκρατίας και στο χωριό μας, το Φανάρι, στην περιοχή του Αγίου Σεραφείμ κάθε Κυριακή. Αργότερα ήρθε στον κεντρικό δρόμο του χωριού και στην πλατεία. Τελείωσε το 1952.
Οι Κομπελιώτες συνέχιζαν να πουλούν τα προϊόντα τους στα ακόλουθα παζάρια: Κάθε Δευτέρα στα Τρίκαλα, κάθε Τετάρτη στην Καρδίτσα, κάθε Σάββατο στο Μουζάκι. “Κάποιοι πηγαίναμε και πιο μακριά: Στο παζάρι της Καλαμπάκας, του Παλαμά και των Φαρσάλων”, θα μου πει ο Αρχοντής Κουλοσούσας.
“Τα ζαρζαβατικά τα πηγαίναμε από την προηγούμενη μέρα, το απόγευμα, με την σούστα. Τα ρίχναμε νερό για να λάμπουν. Αν δεν πηγαίναμε το απόγευμα της προηγούμενης μέρας πηγαίναμε τη μέρα του παζαριού πρωί πρωί και ετοιμάζαμε τον πάγκο. Ο κάθε παραγωγός είχε τη δική του θέση στο παζάρι”, θα μου πει ο Βαγγέλης Ντοϊλιάνης, 86 ετών σήμερα.
3. Στα παζάρια των πόλεων που ανέφερα πήγαιναν και παραγωγοί και από άλλα χωριά, όπως ήταν το Γεωργικό και το Παλαιόκαστρο, δηλαδή τη Μητρόπολη. Αυτοί καλλιεργούσαν κηπευτικά πολλών ειδών, όπως οι Κομπελιώτες. “Το Αγναντερό έβαζε μπάμιες. Οι Χαρμαινιώτες, οι Καππασιώτες και οι Μαυρομματιανοί πουλούσαν φασόλια.
Όμως το Φανάρι είχε την τιμητική του στα κηπευτικά. Οι καταναλωτές της λαϊκής αγοράς προτιμούσαν τα κηπευτικά του Κομπέλου”, θα τονίσει ο Αρχοντής Κουλοσούσας. Ήταν πιο όμορφα. Οι κάτοικοι του κάμπου, επειδή δεν είχαν νερό για το πότισμα των κηπευτικών φυτών, δεν είχαν ζαρζαβατικά δικά τους. Έτσι αγόραζαν μεγάλες ποσότητες κηπευτικών για να βγάλουν πέρα όλη την εβδομάδα.
Οι Φαναριώτες του Κομπέλου είχαν νερό για πότισμα, γιατί είχαν ανοίξει ανέμες, δηλαδή μεγάλους λάκκους διαστάσεων 5-7 μέτρων. Τα υπόγεια ύδατα ήταν κοντά στην επιφάνεια του εδάφους. Έτσι βγάζανε το νερό αρχικά με κουβάδες και αργότερα με μαγγάνι. Το άλογο έφερνε γύρω τον άξονα που ήταν συνδεδεμένος με γρανάζια και με τους κουβάδες του τυμπάνου. Το νερό έπεφτε στο αυλάκι του μπαχτσέ και πότιζε τα κηπευτικά φυτά.
Τα χωριά του κάμπου δεν έχουν ανέμες και ούτε ξέρουν αυτή τη λέξη με το νόημα που έχει για τους Κομπελιώτες του Φαναρίου Ιθώμης.
Η ανέμη φαίνεται πως είναι ιδιαίτερο, τοπικό, ανθρωπογενές χαρακτηριστικό του Κομπέλου Φαναρίου.
4. Οι Κομπελιώτες εργάζονταν στους μπαχτσέδες τους σκληρά και σχεδόν όλη την ημέρα κι όλο τον χρόνο. Ξεκινούσαν από τον Μάρτιο και τελείωναν τον Νοέμβριο. Κι αυτό γιατί είχαν ανοιξιάτικες και φθινοπωρινές σπορές και καλλιέργειες. Τα κηπευτικά φυτά τα καλλιεργούν κυρίως σε υπαίθριο χώρο αλλά και σε υπό κάλυψη χώρο(θερμοκήπια).
Αρχίζουν με τα κολοκυθάκια από το τέλος Μαρτίου, μετά ντομάτες, πιπεριές και τελειώνουν με τα χειμωνιάτικα λάχανα και κουνουπίδια.
Τώρα παίρνουν έτοιμα φυτά από τη Λάρισα, ενώ παλαιότερα βάζανε φυτώρια. Τώρα μόνο το πράσο σπέρνουν, ενώ όλα τα άλλα τα παίρνουν έτοιμα.
Όλοι οι παραγωγοί συμβατικών κηπευτικών του Κομπέλου ήταν κι είναι μικροπαραγωγοί, δηλαδή καλλιεργούσαν από 4 έως 7 στρέμματα. Έτσι αναγκάζονται οι ίδιοι να πουλάνε τα κηπευτικά τους στα παζάρια. Κανένας δεν πουλά χονδρική, γιατί ο έμπορος ή το σούπερ μάρκετ αργούσε να τους πληρώσει. Ωστόσο παλαιότερα, στα χρόνια της δραχμής, έρχονταν έμποροι για να αγοράσουν από τους μπαχτσεβάνηδες χονδρικώς. Πουλώντας όμως οι ίδιοι στις λαϊκές αγορές πληρώνονται από τους καταναλωτές τοις μετρητοίς.
Έτσι οι Κομπελιώτες του Φαναρίου είχαν, σε σχέση με τους υπόλοιπους Φαναριώτες, περισσότερα χρήματα σε μετρητά. Οι υπόλοιποι Φαναριώτες για να πάρουν μετρητά έπρεπε να πουλήσουν τον καπνό ή
το σιτάρι. Μετρητά είχαν μόνο οι Φαναριώτες που πουλούσαν στα Τρίκαλα και στον θεσσαλικό κάμπο σταφύλια, άιντε και οι τσουκαλάδες- αν και αυτοί πληρώνονταν συνήθως σε είδος (ανταλλακτικό εμπόριο).
Οι μπαχτσέδες έχουν πολλή δουλειά, σχεδόν όλο τον χρόνο. Η ζωή του παραγωγού κηπευτικών δεν είναι εύκολη. Απαιτεί καλλιεργητικές εργασίες από το πρωί ως το βράδυ μέσα στο χώμα, τη λάσπη, τα φάρμακα, τον ήλιο και τη βροχή.
Η οικονομική κρίση ανάγκασε πολλούς καταναλωτές να πηγαίνουν προς το μεσημέρι για να ψωνίσουν στις λαϊκές αγορές σε χαμηλότερη τιμή, με αποτέλεσμα οι Φαναριώτες παραγωγοί να παρατείνουν την παραμονή τους σε αυτές.
Σήμερα, 2025, από τις δεκάδες οικογένειες μπαχτσεβαναίων του Κομπέλου Φαναρίου ελάχιστες είναι αυτές από τον Κόμπελο που ασχολούνται με τα κηπευτικά. Πιο συγκεκριμένα, μόνο τέσσερις οικογένειες Κομπελιωτών. Οι τρεις Κομπελιώτες ασχολούνται με τη συμβατική καλλιέργεια κηπευτικών κι ο ένας ασχολείται με τη βιολογική, οικολογική παραγωγή. Οι τρεις οικογένειες είναι του Κώστα Μούλτου, του Νίκου Κουλοσούσα και του Λάμπρου Βαγενά. Με βιολογική καλλιέργεια κηπευτικών ασχολείται ο Σεραφείμ Κωτίνας, για τον οποίο θα αναφερθώ σε επόμενο μάθημα. Υπάρχουν βέβαια και άλλες οικογένειες Φαναριωτών μπαχτσεβαναίων, ιδιαίτερα στην περιοχή του μικρού οικισμού Γκαζέλου, για τις οποίες θα πρέπει να κάνουμε μια ξεχωριστή έρευνα.
“Άλλα χωριά έχουν πάρει τώρα τη θέση του Φαναρίου στις λαϊκές αγορές: Τα Σερβωτά, το Πεδινό, η Αγία Τριάδα και κάποια ακόμα γύρω από τους Σοφάδες. Το Φανάρι έχασε την αίγλη του επαγγέλματος του μπαχτσεβάνου. Φύγαν οι νέοι από το επάγγελμα του μπαχτσεβάνου”, θα μου πει ο Θανάσης Γεωργούσης, ο οποίος ήταν παραγωγός κηπευτικών κι αγωγιάτης που μετέφερε τα ζαρζαβατικά διαφόρων οικογενειών του Κομπέλου στα παζάρια της περιοχής.
Όπως και να έχει, όπως και να εξελιχθεί η κατάσταση στον Κόμπελο, η αλήθεια είναι πως ο Κόμπελος με τους μπαχτσέδες του τάισε τον κόσμο στην μακραίωνη ιστορία του κι έσωσε τον κόσμο από την πείνα…
Ο Κόμπελος υπήρξε η Γη της Επαγγελίας για πολλούς Φαναριώτες.
5. Στις φωτογραφίες βλέπουμε κήπους 4 έως 7 στρεμμάτων όπου οι Κομπελιώτες καλλιεργούν τα κηπευτικά φυτά τους. Στην πρώτη φωτογραφία βλέπουμε μπαχτσέ με βιολογική καλλιέργεια ντομάτας. Είναι από τον μπαχτσέ του Σεραφείμ Κωτίνα, ο οποίος διατηρεί 30 χρόνια τώρα βιολογική καλλιέργεια στον Κόμπελο. Η λέξη μπαχτσές είναι τούρκικη και σημαίνει κήπος. Στην πραγματικότητα δεν είναι κήπος αλλά χωράφι μπροστά στο ντάμι και δίπλα στην ανέμη. Δίπλα βλέπουμε έναν παραγωγό να μεταφέρει τα προϊόντα με τη σούστα, την οποία τραβάει ένα ζεμένο άλογο. Με τη σούστα μετέφεραν τα ζαρζαβατικά στα παζάρια, δηλαδή στις λαϊκές αγορές. Παζάρια λέγανε παλιότερα τις λαϊκές αγορές. Σήμερα επικρατεί περισσότερο ο όρος λαϊκή αγορά. Οι δύο όροι έχουν την ίδια σημασία. Σε δύο άλλες φωτογραφίες βλέπουμε υπαίθρια και υπό κάλυψη (θερμοκήπιο) καλλιέργεια κηπευτικών φυτών στον μπαχτσέ του Κώστα Μούλτου στον Κόμπελο. Στην τελευταία φωτογραφία ο οικισμός, το προάστιο του Φαναρίου Ιθώμης, ο Κόμπελος.
Τηλέφωνο επικοινωνίας 6976026625

Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image

Δημοσιεύτηκε στοΦανάρι