61ο: Λάμπρος Κόντος (1915- 1997), ο λαϊκός ποιητής του Φαναρίου Ιθώμης
Αγαπητοί φίλοι
Συνεχίζω το αφιέρωμα στους Φαναριώτες συγγραφείς και λαϊκούς ποιητές. Γνωρίσαμε ήδη τον λαϊκό ποιητή του χωριού μας, τον Γεώργιο Πολύζο, ο οποίος είχε γεννηθεί γύρω στα 1845 και πρέπει να πέθανε γύρω στα 1925. Έψαξα να βρω περισσότερα στοιχεία αλλά δεν βρήκα. Σήμερα την τιμητική του έχει ένας άλλος λαϊκός ποιητής του Φαναρίου Ιθώμης, ο Λάμπρος Κόντος.
1. Ο Λάμπρος Κόντος του Γεωργίου γεννήθηκε στις 22 Δεκέμβρη 1915 και πέθανε στις 2 Ιούνη 1998. Ήταν ο πατέρας του Σωτήρη Κόντου, ο οποίος υπήρξε πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Φαναρίου το Κάστρο και πρόεδρος της κοινότητας Φαναρίου. Ο Λάμπρος Κόντος ήταν ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, με κουλτούρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 του πήρα μια εκτενή συνέντευξη για τους Τσιγγάνους, την οποία κάποια στιγμή θα τη δημοσιεύσω. Θα μου πείτε: ” Τι δουλειά έχει ο Λάμπρος Κόντος με τους Τσιγγάνους;” Θα διαβάσετε τη συνέντευξη και θα δείτε…
2. Στην εφημερίδα “το Φανάρι”, τον Ιούνη του 2002 και όταν πρόεδρος του Συλλόγου Φαναριωτών Αθήνας η Ιθώμη ήταν ο Λάμπρος Σωτηρίου, δημοσιεύτηκαν δύο ποιήματα του Λάμπρου Κόντου.
Το πρώτο αναφέρεται στο χωριό μας, το Φανάρι και έχει τον ομώνυμο τίτλο:
Το Φανάρι
Το χωριό μας το Φανάρι
με το κάστρο στην κορφή
καμαρώνει σαν κοιτάζει
προς τον κάμπο την αυγή.
Πάνε τα παλιά τα χρόνια
που ‘βλεπε πολλά νερά
και δεν έσπερνε σιτάρια
και πεινούσαν τα παιδιά.
Τώρα γίνανε τα έργα,
γίνανε αναδασμοί
και δουλεύουν τα τρακτέρια
και πρασίνισε η γη.
Με τα φώτα το χωριό μας
λάμπει και φεγγοβολά,
το νερό πήγε στο κάστρο
και γοργά γοργά κυλά.
Έλα ξένε και ξενητεμενε
να χαρείς τις ομορφιές
που ‘χει τώρα το χωριό μας
απ’της πόλης πιο καλές.
Τώρα έχουμε ταβέρνες,
έχουμε και ψησταριές
και ρετσίνα τρία Άλφα
πού σερβίρουν κοπελιές.
Διαπιστώνουμε πως ο λαϊκός μας ποιητής περιγράφει το χωριό μας στην ιστορική του διαδρομή, στα χρόνια της ζωής του ποιητή. Τότε που ο κάμπος ήταν γεμάτος έλη και είχε το χωριό μας βουβάλια. Με τον αναδασμό στη δεκαετία του ’60, και με τα αποστραγγιστικά έργα, τα νερά διοχετεύτηκαν με κανάλια προς τον Πηνειό ποταμό κι έτσι έγιναν καλλιεργήσιμες εκτάσεις με σιτηρά κι αργότερα με βαμβάκι
3. Το δεύτερο ποίημα του λαϊκού μας Φαναριώτη ποιητή αναφέρεται στο κάστρο. Το γράφει στα χρόνια που άρχισαν οι εργασίες αναστήλωσης και αναπαλαίωσης, τη δεκαετία του 1980, ύστερα από τη φοβερή καταστροφή και εγκατάλειψή του. Στο ποίημα γίνεται διάλογος ανάμεσα στον ποιητή και το κάστρο.
Γράφει ο Λάμπρος Κόντος:
Το κάστρο
– Ω κάστρο μου αθάνατο,
κάστρο μου ξακουσμένο!
Τι κάθεσαι και σκέφτεσαι
και είσαι λυπημένο;
Εγώ νεράκι σου έφερα
να πιεις να ξεδιψάσεις
και τις πλαγιές σου πράσινες
να τις παρουσιάσεις.
Να γίνεις το στολίδι μας
σε όλα τα χωριά
και να λαλούν τ’ αηδόνια
να φέρνουν τη χαρά.
– Για όλα όσα μου κάνατε
θα σας ευχαριστώ
και το παράπονό μου
θα πρέπει να σας πω:
Μη με χτυπάτε με το σφυρί
ούτε με τη σκαπάνη,
αν θέλετε να ‘ χω πάντοτε
της δόξας το στεφάνι.
– Κάστρο μου μη μαραίνεσαι
ήρθε και η σειρά σου,
ο,τι ζημιά σου κάνανε
εμείς θα είμαστε κοντά σου.
Πάντα εσένα σκέφτεται
η νέα μας γενιά,
θα γίνεις όπως ήσουνα
στα χρόνια τα παλιά.
Βλέπουμε πως ο λαϊκός ποιητής, ο Λάμπρος Κόντος, καταγγέλει την καταστροφή που έχει υποστεί το κάστρο, το αποκαλεί στολίδι της περιοχής, ενώ προσωποποιεί το άψυχο κάστρο, του δίνει ψυχή και λόγο, για να εκφράσει τη διαμαρτυρία του για την καταστροφή που του προκάλεσαν οι αφρονες κάτοικοί του. Όμως ο ποιητής, πιστεύει πως η νέα γενιά του χωριού μας θα φροντίσει να γίνει όπως ήταν παλιά.
Βέβαια για να γίνει το κάστρο όπως παλιά, θα πρέπει η νέα γενιά να αγωνιστεί για την αναστήλωση και την αναπαλαίωση όλων των κτιρίων που υπήρχαν μέσα και έξω από τα τείχη του κάστρου, όπως οι δεξαμενές νερού, τα κτίρια που έμεινε η φρουρά του, οι στρατώνες του και μια σειρά άλλα. Ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά ο ποιητής ελπίζει…Ιδομεν!
# Η αεροφωτογραφία είναι τραβηγμένη από τον Δημήτρη Κρανιά.