Skip to content

17ο: Αποφαντικός λόγος και γλωσσικές εκφράσεις: Η μοναδικότητα…

17ο: Αποφαντικός λόγος και γλωσσικές εκφράσεις: Η μοναδικότητα του στωικού αξιώματος
Του Δημήτρη Ντούσα δασκάλου φιλοσοφίας
Αγαπητοί φίλοι
Συνεχίζω τα μαθήματα φιλοσοφίας πάνω στη Λογική των στωικών φιλοσόφων και λογικών. Σήμερα θα αναφερθώ στις διαφορές του στωικού αξιώματος από τις άλλες γλωσσικές εκφράσεις, από τα υπόλοιπα λεκτά.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με μια σειρά:
1. Γνωρίσαμε ήδη πως το αξίωμα είναι λόγος αυτοτελής, με πλήρες νόημα, ο οποίος μπορεί να είναι αληθής ή ψευδής, παραδείγματος χάρη “ο Ντούσας Δημήτρης είναι δάσκαλος”. Για τους στωικούς λογικούς όμως υπάρχουν και άλλες μορφές λόγου, άλλες γλωσσικές εκφράσεις, οι οποίες δεν ανήκουν στη λογική κατηγορία των αξιωμάτων. Ποιες είναι αυτές;
Γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στο έργο του Βίοι φιλοσόφων:
“Διαφέρει το αξίωμα από την ερώτηση και το πύσμα, καθώς και από το προστακτικό, το ορκικό, το αρατικό, το υποθετικό, το προσαγορευτικό και από κάθε όμοιο με το αξίωμα. Και διαφέρει γιατί αξίωμα είναι αυτό το οποίο λέγοντάς το προβαίνουμε σε μια απόφανση, σε μια κρίση για την αλήθεια ή το ψεύδος του”.
Στη συνέχεια ο Διογένης Λαέρτιος προχωρά στους ορισμούς των παραπάνω γλωσσικών εκφράσεων οι οποίες δεν είναι αξιώματα. Στο τέλος κάθε κατηγορίας γλωσσικής έκφρασης προχωρώ και σε μια κριτική ή μαρξιστική αποτίμησή της.
α. Ερώτηση. Η ερώτηση είναι κάποιο πράγμα αυτοτελές, με δικό του νόημα, όπως και το αξίωμα, το οποίο όμως απαιτεί απάντηση, όπως για παράδειγμα το ερώτημα: “Άραγε είναι μέρα;” Αυτό όμως δεν είναι ούτε αληθές ούτε ψευδές. Επομένως το “είναι μέρα” είναι αξίωμα, ενώ το “άραγε είναι μέρα;” είναι ερώτηση.
Οι άρχουσες τάξεις χρησιμοποιούν τις ερωτήσεις ως εργαλείο διατήρησης της εξουσίας τους, καθώς αυτές επιλέγουν, σε συνεργασία με τα ΜΜΕ και την εκπαίδευση, για το ποιες ερωτήσεις θα τεθούν στον δημόσιο διάλογο και στα σχολικά μαθήματα. Με αυτόν τον τρόπο οι άρχουσες τάξεις χειραγωγούν και αποπροσανατολίζουν την προσοχή των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζομενων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων από τα φλέγοντα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν. Μέσα από τη διατύπωση συγκεκριμένων ερωτημάτων καθορίζουν το πλαίσιο, τα όρια του “επιτρεπτού” διαλόγου. Όποιος τολμά να ρωτήσει κάτι τη άλλο έξω από αυτό το πλαίσιο, απομονώνεται, στιγματίζεται ή χάνει την εργασία του.
β. Πύσμα. Το πύσμα είναι η έρευνα, η αναζήτηση. Η έρευνα είναι κάτι στο οποίο δεν μπορούμε να απαντήσουμε με σύμβολα, όπως με ένα νεύμα, ούτε με ένα “ναι” ούτε με ένα “όχι”. Αυτό γίνεται στην περίπτωση της ερώτησης. Στην αναζήτηση όμως πρέπει να απαντήσουμε με λέξεις. Για παράδειγμα: “Πού βρίσκεται ο Όλυμπος;”. Το πύσμα ζητά συγκεκριμένη απάντηση. Για αυτό το πύσμα διαφοροποιείται από την ερώτηση.
Να πούμε εδώ και κάτι ακόμα: πως η ερώτηση και το πύσμα αντιστοιχούν στη ζήτηση της αλήθειας, ενώ το αξίωμα αντιστοιχεί στην κατοχή της. Ο στόχος των στωικών ήταν να μετατρέψουν τις ερωτήσεις και τις αναζητήσεις σε βέβαια αξιώματα μέσω της Λογικής.
γ. Προστακτικό. Το προστακτικό είναι κάποιο πράγμα το οποίο λέγοντάς το προστάζουμε, όπως:” Προχώρα στο ρεύμα του ποταμού Πηνειού”, ή “Φέρε μου ένα ποτήρι νερό”. Το προστακτικό προστάζει, ζητά την εκτέλεση μιας πράξης από κάποιον άλλον.
Διαπιστώνουμε όμως πως το προστακτικό δεν είναι απλώς μια γλωσσική έκφραση αλλά ένα εργαλείο της εξουσίας στην ταξική, ιδιαίτερα, κοινωνία, είτε αφέντη προς δούλο, είτε φεουδάρχη προς δουλοπάροικο, είτε καπιταλιστή προς εργάτη… Δεν προστάζει ο δούλος τον αφέντη ούτε ο δουλοπάροικος τον φεουδάρχη ούτε ο εργάτης τον κεφαλαιοκρατη…Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει.
δ. Ορκικό. Το ορκικό είναι κάποιο λεκτόν το οποίο περιέχει όρκο, συνήθως μια επίκληση θεού. Χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει μια δήλωση, όπως για παράδειγμα: “Μα τον Δία, έξω χιονίζει”.
Κι εδώ διαπιστώνουμε όμως πως ο όρκος δεν είναι απλώς μια ακόμα κατηγορία γλωσσικής έκφρασης αλλά χρησιμοποιείται από την άρχουσα τάξη για να εκφοβίσει τον φτωχό και εκμεταλλευόμενο άνθρωπο με την επίκληση του ονόματος και της τιμωρίας του θεού και να του αποσπάσει την αλήθεια μιας πράξης του. Οι άρχουσες τάξεις χρησιμοποιούν διαχρονικά τον όρκο ως ένα ιδεολογικό εργαλείο κοινωνικού, ταξικού και πολιτικού ελέγχου των κατώτερων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων με στόχο τη διασφάλιση της ταξικής κυριαρχίας τους.
ε. Αρατικό. Το αρατικό είναι λεκτόν, δηλαδή λόγος, ο οποίος εκφράζει μια ευχή ή μια κατάρα, όπως για παράδειγμα: “Καλό βράδυ!” ή
“Μακάρι να πεθάνει!”
Μπορούμε να δούμε πώς οι κατάρες και οι ευχές χρησιμοποιούνταν και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται από τις άρχουσες τάξεις ως εργαλεία κοινωνικού και ιδεολογικού ελέγχου, ως εργαλεία ηθικής επιβολής. Οι άρχουσες τάξεις δεν χρησιμοποιούσαν μόνο τη φυσική βία αλλά και την πνευματική απειλή της κατάρας και του αφορισμού εναντίον όσων ήταν ανυπάκουοι και κριτικοί στο ταξικό καθεστώς. Οι κατάρες χρησιμοποιούνταν ως απειλή για όσους αμφισβητούσαν τους νόμους της κυρίαρχης τάξης ή την ταξική ιεραρχία, μετατρέποντας το νομικό παράπτωμα και σε θρησκευτικό μίασμα. Οι κατάρες λειτουργούσαν ως η αόρατη αστυνόμευση της συμπεριφοράς των υπηκόων της κοινωνίας. Οι κατάρες, ιδιαίτερα από το ιερατείο, προκαλούσαν κοινωνικό και ψυχικό θάνατο στους “παραβάτες”, καθώς τους απομόνωναν από την κοινωνία.
Οι ευχές δίνονταν από την άρχουσα τάξη και το ιερατείο ως επιβράβευση στους “ηθικούς” και υπάκουους πολίτες, υποσχόμενες ευημερία και ευτυχία στη ζωή τους.
Οι άρχουσες τάξεις μονοπωλούν το δικαίωμα της “ευλογίας” και της “κατάρας”, κυρίως μέσω του ιερατείου. Κατηύθυναν και συνεχίζουν να κατευθύνουν τα συναισθήματα του φόβου, του άγχους και της ελπίδας των λαϊκών μαζών προς την κατεύθυνση υποστήριξης των ταξικών, καταπιεστικών και εκμεταλλευτικων καθεστώτων.
στ. Υποθετικό. Το υποθετικό είναι λεκτόν το οποίο εκφράζει μια σχέση εξάρτησης μεταξύ δύο γεγονότων, όπως για παράδειγμα: “Αν είναι μέρα, έχει φως”. Είναι συνήθως της μορφής: “Αν… τότε”.
Όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, οι άρχουσες τάξεις χρησιμοποιούν ακόμα και τον υποθετικό λόγο, δηλαδή τις προτάσεις της μορφής “αν… τότε” των στωικών φιλοσόφων και λογικών, ως εργαλεία ηθικού, ιδεολογικού, κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου των μαζών και νομιμοποίησης της εξουσίας τους. Αυτό το κάνουν με πολλούς τρόπους, όπως:
* Με την κατασκευή υποθετικών συλλογισμών, για να χειραγωγήσουν και να κατευθύνουν τη δημόσια συμπεριφορά των μαζών. Έτσι δημιουργούν υποθετικά σενάρια κινδύνου: “Αν στην εξουσία έρθουν οι κομμουνιστές, τότε θα χάσετε τα σπίτια σας”, ή “Αν δεν ψηφίσετε τη Δεξιά, τότε θα υπάρξει το χάος”, ή “Αν δεν ανατρέψουμε το καθεστώς της Περσίας, τότε το Ισραήλ και οι ΕΠΑ κινδυνεύουν”…
Με αυτό τον τρόπο οι άρχουσες τάξεις συνεχίζουν να κυβερνούν, να παίρνουν περιοριστικά και κατασταλτικά μέτρα και να προχωρούν σε αρπακτικούς και ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
* Με την κατασκευή υποθετικών συλλογισμών παρουσιάζουν τις πολιτικές τους αποφάσεις ως τις μόνες σωστές. Με αυτό τον τρόπο χειραγωγούν την κοινή γνώμη, τις εργαζόμενες μάζες, διατηρούν την ταξική καπιταλιστική κοινωνία αλώβητη, ενώ καταστέλλουν τις όποιες αντιδράσεις των πολιτών με την ηθική κατήχηση ή τα αστυνομικά μέτρα καταστολής.
ζ. Προσαγορευτικό. Το προσαγορευτικό είναι λεκτόν το οποίο χρησιμοποιείται για την προσφώνηση ή την κλήση και την επίκληση ενός προσώπου.
Παράδειγμα προσφώνησης: ” Ένδοξε Ατρείδη, άρχοντα ανδρών, Αγαμέμνονα”.
Παράδειγμα κλήσης: “Αγαμέμνονα!”.
Με το προσαγορευτικό προσφωνούμε ή καλούμε το υποκείμενο, τραβώντας την προσοχή του, χωρίς να ακολουθεί απαραίτητα εντολή.
Διαπιστώνουμε και εδώ πως οι άρχουσες τάξεις χρησιμοποιούν τον προσαγορευτικό λόγο ως εργαλείο κοινωνικής επιρροής και ελέγχου. Χρησιμοποιώντας άμεσες προσφωνήσεις, όπως: “συμπολίτες μου”, η άρχουσα τάξη και οι πολιτικοί τους υπάλληλοι, επιχειρούν να εκμηδενίσουν την ταξική και κοινωνική απόσταση που τους χωρίζει από τις εργαζόμενες κοινωνικές τάξεις. Συχνά προσδίδουν ζωντάνια και αμεσότητα στον λόγο τους προκειμένου να προκαλέσουν τα συναισθήματα της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας στο πλήθος. Επίσης οι προσφωνήσεις της άρχουσας τάξης λειτουργούν ως μέσο παραίνεσης και χειραγώγησης της σκέψης, του λογικού και της συμπεριφοράς των μαζών προς συγκεκριμένη κατεύθυνση που εξυπηρετεί τα ταξικά συμφέροντά της.
η. Υπάρχει ακόμα και κάτι άλλο το οποίο είναι διαφορετικό του αξιώματος και το οποίο όταν το λέει κάποιος εκφράζει με αυτό απορία, όπως για παράδειγμα: “Άραγε να είναι συγγενική η λύπη με τη ζωή;”
θ. Όμοιο με αξίωμα είναι κι αυτό το οποίο ενώ έχει τη γλωσσική διατύπωση αξιώματος δεν είναι, γιατί ένα από τα μέρη του εκφράζει έντονη εντύπωση ή έχει συναισθηματική χροιά, όπως για παράδειγμα: “Ωραίος πράγματι ο Παρθενώνας!”, ή “Πόσο μοιάζει με τους γιους του Πριάμου ο βουκόλος!”.
2. Διαπιστώνουμε πως για τους στωικούς η ερώτηση, η έρευνα, το προστακτικό, το ορκικό, το αρατικό, το υποθετικό, το προσαγορευτικό και τα παραπλήσια δεν εκφράζουν ούτε αλήθεια ούτε ψέμα, ενώ το αξίωμα είναι πάντοτε είτε αληθές, είτε ψευδές.
Για μένα όμως όχι μόνο τα αξιώματα αλλά και όλα τα υπόλοιπα λεκτά που είδαμε, είτε έχουν ιδεολογικό, ταξικό, κοινωνικό, πολιτικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο, είτε χρησιμοποιούνται από τις κοινωνικές τάξεις και ιδιαίτερα από την άρχουσα τάξη της κοινωνίας, μόνο ουδέτερα δεν είναι. Έχουν ιδεολογικό και ταξικό περιεχόμενο και φορτίο. Άρα κουβαλάνε ιδεολογικές και ταξικές αλήθειες ή ψέματα.
Σε επόμενα μαθήματα, όπου θα ασχοληθούμε πιο συγκεκριμένα με τα ηθικά και τα φυσικά αξιώματα των στωικών φιλοσόφων, εκεί θα δούμε ποια είναι αυτά, πώς και γιατί δημιουργήθηκαν και ποιο ρόλο παίζουν μέσα στην ταξική κοινωνία.
Σύμφωνα με τους στωικούς φιλοσόφους, το αξίωμα και όλα τα παραπάνω είναι αυτοτελή λεκτά, είναι σημαινόμενα, έχουν το δικό τους νόημα, αλλά μόνο το αξίωμα είναι κριτικό λεκτόν καθώς μόνο αυτό απαιτεί κρίση, απαιτεί να του δώσουμε δηλαδή κατάφαση (ναι) ή απόφαση/άρνηση (όχι).
Για τους στωικούς μόνο το αξίωμα θεωρούνταν η βάση για τη Λογική των συλλογισμών και των συμπερασμάτων. Τα υπόλοιπα είναι λεκτά, είναι γλωσσικές εκφράσεις, είναι σημαινόμενα, αλλά δεν είναι αξιώματα, καθώς δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αληθή ή ψευδή.
Διαπιστώνουμε, τέλος, πως οι στωικοί ανέπτυξαν μια ευρεία θεωρία της γλώσσας, ταξινομώντας τις γλωσσικές εκφράσεις ανάλογα με τη λειτουργία τους.
3. Γιατί οι στωικοί φιλόσοφοι και λογικοί προχώρησαν σε αυτή τη διάκριση, σ’ αυτό τον διαχωρισμό των γλωσσικών εκφράσεων;
Φαίνεται πως το έκαναν αυτό για την αναζήτηση και καταγραφή της λογικής αλήθειας. Κι αυτό γιατί, για τους στωικούς, μόνο το αξίωμα μπορεί να είναι αληθές ή ψευδές. Μόνο αυτό δηλώνει κάτι για την πραγματικότητα που να επιδέχεται έλεγχο αλήθειας. Θέλανε η πρόταση, ο λόγος να αντιστοιχεί στην αλήθεια. Έτσι, αφήνοντας στην άκρη τις ψευδείς δηλώσεις ή προτάσεις, μπορούσαν με τις “αληθείς” να συγκροτήσουν τη μεγάλη αλήθεια της πραγματικότητας.
Επίσης, για να συγκροτήσουν τους περίφημους “αναπόδεικτους” συλλογισμούς, όπως θα δούμε σε επόμενο μάθημα, τους χρειαζόντουσαν δομικά στοιχεία που να έχουν μια σταθερή, αληθινή και σταθερή λογική αξία. Μόνο τα “αληθή” αξιώματα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως αληθείς προκείμενες σε μια απόδειξη, σε έναν συλλογισμό. Η Λογική των στωικών ασχολούνταν μόνο με “αληθείς” δηλωτικές προτάσεις, δηλαδή μόνο με τα αξιώματα. Για τα υπόλοιπα γλωσσικά λεκτά ασχολείται η γραμματική και η ρητορική. Σήμερα και η γλωσσολογία.
Ο στωικοί φιλόσοφοι επιδίωκαν την αναζήτηση, τη ζήτηση της αλήθειας για να φτάσουν στην κατοχή της. Αν και ο μέσος στωικός άνθρωπος αναζητούσε συνεχώς την αλήθεια, εντούτοις, για τους στωικούς, κάποια εξαιρετικά, σπάνια άτομα, οι σοφοί, είχαν φτάσει στην κατοχή της αλήθειας, στην πλήρη κατοχή της επιστημονικής γνώσης. Ο στωικός σοφός ήταν ο άνθρωπος που κατείχε τον θεϊκό λόγο, τη παγκόσμια φυσική τάξη, την ειμαρμένη και προσάρμοζε τη συμπεριφορά του με τον παγκόσμιο νόμο.
4. Όμως όσο και αν προσπάθησαν οι στωικοί σοφοί να καταλάβουν την απόλυτη αλήθεια, στο τέλος έπεσαν κι αυτοί στον κοπρόλακκο του ιδεαλισμού και της μεταφυσικής. Δεν κατάλαβαν πως η γλώσσα είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, ένα εργαλείο το οποίο ενσωματώνει και αντικατοπτρίζει ιδιαίτερα το ανθρωπογενές περιβάλλον, δηλαδή τις κοινωνικές σχέσεις, τους κοινωνικούς θεσμούς, τις παραγωγικές δυνάμεις. Θεώρησαν πως η γλώσσα αντανακλά τον θεϊκό λόγο του σύμπαντος. Δεν κατάλαβαν πως όλα τα λεκτά και όχι μόνο τα αξιώματα, είναι μορφές λόγου που αντανακλούν κυρίως κοινωνικές σχέσεις, όπως είδαμε και στις περιπτώσεις της ερώτησης, του προστακτικού, του όρκου, του αρατικού και του προσαγορευτικού λόγου.
Δεν κατάλαβαν πως τα αξιώματα και η αλήθεια τους δεν είναι μια αιώνια και αμετάβλητη αλήθεια, αλλά πως η αλήθεια διαμορφώνεται ιστορικά και κοινωνικά. Οι στωικοί, όπως και οι επικούρειοι φιλόσοφοι, προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν και να κατακτήσουν την αλήθεια, γιατί πιστεύουν πως αν τη βρουν, θα εξασφαλίσουν και την εσωτερική γαλήνη, την αταραξία, την απάθεια στη ζωή τους. Οι στωικοί φαντασιώνονταν πως κατέχοντας τη γνώση θα εναρμονίσουν τη ζωή τους με τον παγκόσμιο θεϊκό λόγο.
Για τον Καρλ Μαρξ, η γνώση της αλήθειας δεν είναι ένα μέσο για να πέσουμε σε χειμερία νάρκη αλλά για να αλλάξουμε τον κόσμο αυτό, να τον απαλλάξουμε από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, από αδικίες και ασχήμιες. Για τον Μαρξ και τους μαρξιστές, η κατοχή της αλήθειας δεν είναι μια πνευματική κατάσταση του σοφού, είτε επικούρειος είτε στωικός είναι αυτός, αλλά η συλλογική ικανότητα της εργατικής τάξης να κατανοήσει τους νόμους της ιστορικής και κοινωνικής εξέλιξης, να κατανοήσει τη θέση της μέσα στην ταξική κοινωνία, να κατανοήσει το ιστορικό καθήκον της και να αγωνιστεί για να ανατρέψει το ταξικό, το εκμεταλλευτικό κι αποξενωτικό κεφαλαιοκρατικό συστημα, αντικαθιστώντας το με μια άλλη κοινωνία, με ένα άλλο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα χωρίς πολέμους, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και χωρίς αλλοτρίωση.
Οι στωικοί λογικοί μπορεί να έθεσαν τις βάσεις της τυπικής Λογικής, αλλά αυτή η Λογική τους είναι περιορισμένη.
Αύριο η συνέχεια…
Τηλέφωνο επικοινωνίας 6976026625

Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image

Δημοσιεύτηκε στοΦανάρι