159ο: Οι Φαναριώτες του Κομπέλου στον 20ό και 21ο αι.: Από την ταυτότητα στη διαφορά!(42ο μέρος 2)
Αγαπητοί φίλοι
Συνεχίζω τη μεγάλη έρευνα για την κοινωνική ψυχολογία των Φαναριωτών του Κομπέλου στον χώρο και τον χρόνο. Σήμερα, στο 2ο μάθημα αυτής της ενότητας, θα αναφερθώ στο πέρασμα των Φαναριωτών τού Κομπέλου από την ταυτότητα στη διαφορά.
Ας συνεχίσουμε από εκεί που σταματήσαμε στο 158ο μάθημα.
1. Τις τελευταίες δεκαετίες- δηλαδή πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο- οι Φαναριώτες του Κομπέλου αποτελούν μια δυναμική ομάδα, η οποία συνδυάζει την αγροτική παραγωγή με το εμπόριο. Η καλλιέργεια κηπευτικών και το εμπόριο στις λαϊκές της Καρδίτσας, του Μουζακίου και των Τρικάλων απαιτούσε κοινωνική εξωστρέφεια και προσαρμογή στο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι και περιβάλλον. Καλλιέργησαν έτσι την εμπορική νοοτροπία, δηλαδή την ικανότητα να πετύχουν τους στόχους τους:την παραγωγή κηπευτικών και την πώλησή τους σε συνθήκες ανταγωνισμού. Αναγκάστηκαν να εκδηλώσουν προσαρμογή και επικοινωνία , δηλαδή επαφές με διαφορετικούς και ξένους ανθρώπους. Έτσι έγιναν πιο επικοινωνιακοί, πιο ετοιμόλογοι και με πιο αναπτυγμένη την ικανότητα της πειθούς. Η συχνή επαφή με πολλούς ανθρώπους, η συχνή εναλλαγή παραστάσεων έκαναν τους Φαναριώτες του Κομπέλου πιο ανοικτούς σε ερεθίσματα.
Σταδιακά και σε βάθος χρόνου οι Φαναριώτες του Κομπέλου ανάπτυξαν δυναμικό κι εξωστρεφή χαρακτήρα. Έχουν αποκτήσει ένα διευρυμένο δίκτυο γνωριμιών και επαφών. Έτσι ανάπτυξαν έναν “κοσμοπολίτικο” χαρακτήρα. Άφησαν πίσω τους την οκνηρία, τη σταθερότητα και την οικονομική στασιμότητα. Έγιναν διεκδικητικοι και αναπτυξιακοί. Επιδιώκουν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Σκέφτονται την καθημερινότητά τους με όρους αποδοτικότητας και οικονομίας χρόνου, δυνάμεων και χρήματος. Για αυτό και από τη δεκαετία του 1970 αρχίζουν να μένουν στον Κόμπελο. Η γειτνίαση με τους μπαχτσέδες, τα ζώα και τα χωράφια, το ντάμι και τις αποθήκες μειώνει τα έξοδα μετακίνησης και χρόνου.
2. Η μεταγκατάσταση από το Φανάρι στον Κόμπελο άλλαξε ριζικά τη δυναμική των κοινωνικών τους σχέσεων. Έτσι από την καθημερινή επαφή στη γειτονιά και την αγορά του χωριού μας, πέρασαν σε μια πιο επιλεκτική και ουσιαστική κοινωνικότητα. Στο Φανάρι η κοινωνική αποδοχή περνά μέσα από την παρουσία του Φαναριώτη στην αγορά, στην πλατεία. Στον Κόμπελο ο Φαναριώτης του Κομπέλου ορίζεται πλέον από το έργο του και την προκοπή του. Οι Φαναριώτες αρχίζουν να τον βλέπουν περισσότερο ως νοικοκύρη ή επαγγελματία και λιγότερο ως παρέα.
3. Η νοοτροπία του Φαναριώτη του Κομπέλου δεν είναι πια μια κλειστή νοοτροπία, που μένει στάσιμη σε παραδοσιακές στάσεις και συμπεριφορές, αλλά έχει γίνει μια ανοικτή νοοτροπία καθώς αναπτύσσεται οικονομικά, εμπορικά, ενώ σχετίζεται με μια κοσμοπολίτικη επικοινωνία με ανθρώπους όλων των χωριών, όλων των πόλεων του νομού, όλων των κοινωνικών τάξεων.
Επικοινωνία με ξένο κόσμο είχαν και οι Φαναριώτες του χωριού μας που ασχολούνταν με την παραγωγή και το εμπόριο τσουκαλιών καθώς και οι παραγωγοί και πλανόδιοι πωλητές σταφυλιών στα χωριά του κάμπου της Θεσσαλίας. Στις περιπτώσεις αυτές ο κοινωνικός συγχρωτισμός ήταν αραιός και εποχικός.
“Εμείς οι Φαναριώτες του Κομπέλου είχαμε περισσότερη επικοινωνία με την Καρδίτσα εξαιτίας των λαϊκών αγορών δύο φορές τουλάχιστον κάθε βδομάδα σε σχέση με τους υπόλοιπους Φαναριώτες. Το παζάρι της Καρδίτσας, του Μουζακίου και των Τρικάλων υπήρξε ο μεγάλος δάσκαλος των Φαναριωτών του Κομπέλου. Οι άνθρωποι των λαϊκών αγορών είναι διαφορετικοί από τους υπόλοιπους Φαναριώτες. Το αγώγι ξυπνά τον αγωγιάτη. Είναι σαν να έχουμε πάει ένα σχολείο παραπάνω. Το παζάρι ήταν σχολείο για μας. Η λαϊκή αγορά μας έκανε άλλους ανθρώπους, πιο ήπιους, πιο ανοικτούς, πιο επικοινωνιακούς. Το πεζοδρόμιο της λαϊκής αγοράς μάς δίδαξε πολλά”, θα μου πει ο Θανάσης Γεωργούσης.
4. Πράγματι η συμμετοχή του Φαναριώτη αγρότη, παραγωγού και πωλητή κηπευτικών στη λαϊκή αγορά, σε μια εμπορική δραστηριότητα, μεταμόρφωσε τη νοοτροπία, τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα του και από εσωστρεφή τον έκανε εξωστρεφή επιχειρηματία. Η άμεση επαφή με τους καταναλωτές τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την παραδοσιακή χωριάτικη νοοτροπία. Δεν τον ενδιαφέρει πια μόνο η απλή διάθεση των προϊόντων του αλλά τον αναγκάζει να υιοθετήσει μια πελατοκεντρική προσέγγιση και συμπεριφορά. Η ανταγωνιστικότητα στον πάγκο της λαϊκής αγοράς τού καλλιεργεί τη νοοτροπία της προσοχής στη λεπτομέρεια, όπως είναι για παράδειγμα η αισθητική εμφάνιση των κηπευτικών του. Η λαϊκή αγορά τον ανάγκασε να αναπτύξει δεξιότητες επικοινωνίας και πειθούς, καθώς θα πρέπει να αποδείξει με επιχειρήματα την αξία των προϊόντων του αλλά και να χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες του. Επίσης η λαϊκή αγορά ανάγκασε τον Φαναριώτη του Κομπέλου να δει το χωράφι του ως επιχείρηση και να προχωρά σε οικονομικό προγραμματισμό με στόχο τη μείωση του κόστους, τρόπο μεταφοράς των προϊόντων του και λιανικής πώλησής τους.
Υπάρχει και κάτι ακόμα: Ο Φαναριώτης παραγωγός αποκτά, με τη συμμετοχή του στο παζάρι, μια αίσθηση ελέγχου, ανεξαρτησίας και αυτονομίας όχι μόνο της παραγωγής του αλλά και της μεταφοράς και της πώλησης των προϊόντων του. Εδώ δεν υπάρχει μεσάζοντας. Ο Φαναριώτης του Κομπέλου αναγκάζεται να διαχειριστεί όχι μόνο την παραγωγή των κηπευτικών φυτών και προϊόντων του αλλά και τη διαχείριση της εμπορικής συναλλαγής τους. Ο Κομπελιώτης παραγωγός κηπευτικών είναι κι έμπορος. Έτσι θα πρέπει να διαβάζει την κίνηση της ημέρας στη λαϊκή αγορά και να αναπροσαρμόζει τις τιμές και τη συμπεριφορά του σε πραγματικό χρόνο και στον πάγκο του, προκειμένου να μην του μείνει απούλητο το ευαίσθητο εμπόρευμα.
5. Όμως κι αυτός ο κύκλος εργασιών και ανάπτυξης, οικονομικής αλλά και δεξιοτήτων και ικανοτήτων του Φαναριώτη του Κομπέλου άρχισε να κλείνει. Σήμερα μόνο 4 οικογένειες ασχολούνται με την παραγωγή και την εμπορία κηπευτικών.
“Οι Φαναριώτες του Κομπέλου μπήκαμε πια στις μεγάλες καλλιέργειες, όπως είναι το βαμβάκι, το καλαμπόκι, τα σιτηρά και το τριφύλλι, με την αγορά και την οργάνωση των μηχανημάτων για αυτές τις καλλιέργειες. Η πώληση κηπευτικών προϊόντων απευθυνόταν σε μικρή πόλη. Τα κηπευτικά έρχονταν πίσω απούλητα και τα πετούσαμε. Τα κηπευτικά θέλουν εντατική δουλειά, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Αν δεν υπάρχει νέος κόσμος πίσω, εγώ δεν έχω ούτε την ηλικία ούτε τις δυνάμεις για να ασχοληθώ ξανά με τα κηπευτικά”, θα μου πει ο Γιώργος Κουλοσούσας του Μανώλη.
Αύριο η συνέχεια.
Στην πρώτη φωτογραφία το βυζαντινό κάστρο του 13ου αιώνα, στο βάθος ο οικισμός του Κομπέλου και ο κάμπος της Θεσσαλίας. Στη δεύτερη φωτογραφία βλέπουμε μεγάλες αποθήκες στον Κόμπελο για τις ανάγκες των μεγάλων καλλιεργειών, όπως είναι το βαμβάκι, το καλαμπόκι και τα σιτηρά ή το τριφύλλι. Η κτηνοτροφία είναι παρούσα διαχρονικά στον Κόμπελο, δίπλα στα κηπευτικά και τις μεγάλες καλλιέργειες. Οι ανέμες και τα ντάμια επέτρεψαν το πέρασμα των Φαναριωτών Κομπελιωτών από την ταυτότητα στη διαφορά. Οι κάτοικοι του Κομπέλου έκαναν τη διαφορά.
Τηλέφωνο επικοινωνίας 6976026625




