Skip to content

125ο: Η ιστορία εκτροφής των περίφημων βουβαλιών, αγελάδων…

125ο: Η ιστορία εκτροφής των περίφημων βουβαλιών, αγελάδων και προβάτων στον Κόμπελο Φαναρίου
(9ο μέρος)
Αγαπητοί φίλοι
Το Ανοικτό Φιλοσοφικό Σχολείο Φαναρίου Καρδίτσας συνεχίζει τα μαθήματα για την οικονομική ιστορία και τη ζωική παραγωγή του προαστίου του Φαναρίου Ιθώμης, του Κομπέλου. Στο σημερινό μάθημα θα αναφερθώ στην εκτροφή βοοειδών και ιδιαίτερα των βουβαλιών καθώς και στους Γαρδικιώτες τσελιγκάδες του Φαναρίου, του Κομπέλου και της Λοξάδας.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με μια σειρά:
1. Γνωρίσαμε ήδη πως το κομπελιώτικο ντάμι ήταν συνήθως διώροφο: Το κατώι ήταν για τα οικόσιτα ζώα και το ανώι για τους ανθρώπους, για την οικογένεια. Συχνά μια εσωτερική ξύλινη σκάλα συνέδεε το κατώι με το ανώι, χωρίς να αποκλείεται και η εξωτερική πέτρινη σκάλα. Για παράδειγμα, το ντάμι της οικογένειας του Αρχοντή Κουλοσούσα, όπως βλέπουμε στη φωτογραφία, είχε εξωτερική πέτρινη σκάλα, η οποία οδηγεί από την αυλή στον πρώτο όροφο του νταμιού. “Το ντάμι αυτό κτίστηκε το 1920, όταν ζούσε ακόμα ο παππούς Τάσος Κουλοσούσας. Στο κατώι είχαμε 7 βουβάλια, άλογο και γάιδαρο. Αργότερα αντικατέστησα τα βουβάλια με αγελάδες. Είχα 2-3 αγελάδες και 10 μοσχάρια “, θα μου πει ο Αρχοντής Κουλοσούσας, ο οποίος γεννήθηκε το 1951. Η οικογένεια του Αρχοντή κατέβηκε μόνιμα στον Κόμπελο από τη δεκαετία του ’60. Από τότε δεν πήγε ποτέ στο σπίτι της στο Φανάρι. Πρόλαβε και πήγε στο δημοτικό σχολείο του Φαναρίου μόνο τις πρώτες τρεις τάξεις και τις υπόλοιπες τις συνέχισε στο δημοτικό σχολείο του Κομπέλου. Πήγαινε όμως στο γυμνάσιο του Φαναρίου έως και την πέμπτη τάξη.
2. Η κυρία Περσεφόνη Κωτίνα, η οποία όσο ήταν ανύπαντρη έμεινε στο ντάμι των γονιών της, το οποίο ήταν διώροφο, πλίθινο με εσωτερική ξύλινη σκάλα, μου είπε πως στο
“κατώι είχαμε 3 βάλια (βουβάλια). Παίρναμε το γάλα και φτιάχναμε τυρί και βούτυρο. Με αυτό το γάλα, το τυρί και το βούτυρο μεγαλώσαμε. Ήταν αγέλη που βοσκούσαν στα βαρκά. Πουλούσαμε τα βαλάκια. Μετά από τον αναδασμό εγκαταλείψαμε τα βουβάλια και πήραμε αγελάδες. Στο κατώι είχαμε ακόμη 2 άλογα και έναν γάιδαρο. Αργότερα βγάλαμε έξω στον στάβλο τα ζώα και το κατώι έγινε καθιστικό”. Και συνεχίζει: “Για τα ζώα τον χειμώνα, δηλαδή από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι τις 20 Μαϊου, ερχόμασταν το πρωί με τα πόδια ή με τον γάιδαρο από το Φανάρι για να τα τα’ι’σουμε και να τα ποτίσουμε. Μέναμε στο ντάμι ως αργά το απόγευμα. Το βράδυ ερχόμασταν και μέναμε στο χωριό. Μέναμε εδώ, στον Κόμπελο, την ημέρα γιατί δεν ήταν εύκολο να κάνουμε δύο δρομολόγια Φανάρι – Κόμπελο. Για αυτό υπήρξαν οικογένειες που αφότου έφτιαξαν σπίτια εδώ, στον Κόμπελο, δεν ανεβαίνουν πια στο Φανάρι. Μόνο 4–5 οικογένειες είναι αυτές που ανεβαίνουν τώρα στο χωριό τον χειμώνα. Εμείς κατεβαίνουμε από το Φανάρι τον Ιούνιο και μένουμε μέρα νύχτα στον Κόμπελο ως τον Νοέμβριο. Το ντάμι που μένουμε τώρα κτίστηκε το 1896 αλλά το ανακαινίσαμε και το κάναμε κανονικό σπίτι”.
3. Το ντάμι του Βαγγέλη Ντοϊλιάνη ήταν ισόγειο. Το έφτιαξε ο προπάππους του αμέσως μετά από την Απελευθέρωση του 1881 από τους Τούρκους. Στο ντάμι έμεινε η οικογένεια, ενώ για τα ζώα είχαν φτιάξει μια καλύβα με σκλίδες. “Στην καλύβα αυτή βάζαμε 7 βουβάλια. Μας ψοφούσαν και βάλια.
Τα βάλια είχαν καλό γάλα. Είχε πολλά λιπαρά, βιταμίνες και φτιάχναμε βούτυρο. Το βούτυρο το πουλούσαμε στο παζάρι, στη λαϊκή αγορά, της Καρδίτσας. Γινόταν ανάρπαστο. Τα βάλια τα έπαιρνε το πρωί μαζί με τις αγελάδες ο γελαδάρης και τα βόσκαγε στην περιφέρεια τού “Σκατιάρη”, στα σύνορα Κομπέλου και Λοξάδας ως αργά το απόγευμα. Το βράδυ επέστρεφε τα βοοειδή στα ντάμια του καθένα. Μαζεύονταν γύρω στα 70 βουβάλια και γύρω στις 80 αγελάδες. Ο Μάππας είχε 10 βάλια. Δεν τα πηγαίναμε στα χωράφια για να βοσκήσουν, γιατί ήταν μακριά. Τα χωράφια τα σπέρναμε καλαμπόκια.
Υπήρξαν πολλοί γελαδάρηδες. Ένας ήταν από τη Λοξάδα, ενώ ο Καλύβας και ο Γεωργούσης ήταν από τον Κόμπελο.Τελευταίος γελαδάρης ήταν ο Νίκος Γεωργούσης- γύρω στα 1965. Εκείνα τα χρόνια ο Κόμπελος είχε και σφαγείο… “, θα μου πει ο Βαγγέλης Ντοϊλιάνης, 86 ετών σήμερα.
4. Η οικογένεια του Μανώλη Χατζή είχε βουβάλια μέχρι το 1964, στον στάβλο πίσω από το ισόγειο ντάμι, το οποίο έκτισε το 1962. Είχε επίσης και 40- 50 πρόβατα, 2- 3 αγελάδες, άλογα, γάιδαρο, κότες και πάπιες. Σήμερα έχει κότες, 7-8 πρόβατα και ένα γουρουνάκι.
5.Τα περισσότερα ντάμια, τα οποία ήταν διώροφα, είχαν στο κατώι τα ζώα τους και από πάνω ζούσαν οι άνθρωποι. Τα ισόγεια ντάμια είχαν τον στάβλο δίπλα στο ντάμι.
Ο Θανάσης Γεωργούσης, 81 ετών σήμερα, θα μου πει: “Την άνοιξη, οι Φαναριώτες που έρχονταν στον Κόμπελο, έβγαζαν έξω τα ζώα, όπως τις αγελάδες και τα βουβάλια και καθάριζαν το κατώι. Έξυναν το δάπεδο από τις κοπριές, ασβέστωναν τους τοίχους και έμειναν αυτοί. Τον χειμώνα και να ήθελαν να μείνουν δεν μπορούσαν, γιατί βάζανε μέσα τα ζώα, τα βουβάλια και τις αγελάδες”.
Οι Φαναριώτες του Κομπέλου πέρα από τα βουβάλια και τις αγελάδες, εκτρέφαν και πρόβατα. Όμως δίπλα στους Κομπελιώτες τσοπαναραίους υπήρχαν και άλλοι από άλλη περιοχή. “Επειδή όλος ο κάμπος κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή του Κομπέλου ήταν λιβάδια, έρχονταν τον χειμώνα και οικογένειες Γαρδικιωτών (Βλάχων) τσοπαναραίων με πρόβατα. Έφτιαχναν καλύβες με βρίζα, νοίκιαζαν λιβάδια Φαναριωτών για τη βοσκή των προβάτων τους και το καλοκαίρι έφευγαν για το χωριό τους, το Γαρδίκι Τρικάλων. Τα πρόβατα οι τσοπαναραίοι τα βοσκούσαμε στην περιοχή του “Σκατιάρη”. Σήμερα εγώ έχω 30 πρόβατα, ενώ παλαιότερα πάνω από 100″, θα μου πει ο Αναστάσιος Πάντος, γεννημένος το 1936 στο Φανάρι. Πολλές οικογένειες Κομπελιωτών ασχολούνται ακόμα και σήμερα με την κτηνοτροφία.
6. Στον οικισμό του Κομπέλου και στο χωριό της Λοξάδας έρχονταν και 50 οικογένειες κτηνοτρόφων Βλάχων από το Γαρδίκι Τρικάλων. Ένας Γαρδικιώτης, ο Αλέξανδρος Μπουντούρης, 89 ετών σήμερα, μου είπε:
“Ο πατέρας μου ερχόταν στον Κόμπελο από το 1924. Εγώ γεννήθηκα το 1936. Η οικογένειά μου είχε 1.100 πρόβατα. Στην αρχή, τα πρώτα χρόνια, οι οικογένειες των Γαρδικιωτών έφτιαχναν καλύβες για να μένουν τον χειμώνα στον Κόμπελο. Αργότερα νοικιάσαμε σπίτι στο Φανάρι. Κάποια στιγμή στη Λοξάδα φτιάξαμε και δικό μας σπίτι. Η οικογένειά μου έβοσκε τα πρόβατα από τη λίμνη του Μούντζια μέχρι τον λόφο του Τεπέ. Νοίκιαζε όμως και 1.000 στρέμματα λιβάδια με πολυετή ενοικιαστήρια, όπως του Θανόπουλου και του Χατζηγούλα και τα είχαμε μέχρι το 1956. Κόβαμε όμως και χορτάρι από τα λιβάδια και το πουλούσαμε στον στρατό. Εγώ πήγα γυμνάσιο στο Φανάρι. Σταματήσαμε την κτηνοτροφία το 1960, πουλήσαμε τα πρόβατα και ήρθαμε στα Τρίκαλα”.
7. Η εκτροφή βουβαλιών και γενικά βοοειδών δεν είναι τυχαία στην περίπτωση του Κομπέλου. Μέχρι τη διάνοιξη του ποταμού Μέγα, το 1952 και τον αναδασμό στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η περιοχή του Κομπέλου κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή ήταν ελώδης, βαρκά, κάτι το οποίο ευνοούσε την εκτροφή βουβαλιών, τα οποία θέλουν νερά και άφθονο χορτάρι.
8. Στις φωτογραφίες βλέπουμε έναν αγρότη να κόβει το χορτάρι για ζωοτροφή με κοσιά. Δίπλα βλέπουμε αγέλη βουβαλιών. Στην τρίτη φωτογραφία βλέπουμε τη χορτοκοπτική μηχανή του Θωμά και Αρχοντή Κουλοσούσα. Δίπλα τον Αρχοντή Κουλοσούσα και το παλιό, μισογκρεμισμένο ντάμι της οικογένειάς του. Τελευταία φωτογραφία μια τουλούμπα με την οποία πότιζαν τα ζώα του νταμιού.
Αύριο η συνέχεια. Η Ιστορία του Κομπέλου Φαναρίου γράφεται μέσα από την ιστορία των οικογενειών του και των ανθρώπων του που τη δημιούργησαν.
Τηλέφωνο επικοινωνίας 6976026625

Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image
Facebook Image

Δημοσιεύτηκε στοΦανάρι