149ο: Ο υγρότοπος του Κομπέλου Φαναρίου
(33ο μέρος)
Αγαπητοί φίλοι
Συνεχίζω την έρευνα και τα μαθήματα ιστορίας και γεωμορφολογίας του Φαναρίου Καρδίτσας και ιδιαίτερα του προαστίου του, του Κομπέλου. Σήμερα θα αναφερθώ στο βαρκό του Κομπέλου, στον υγρότοπό του, στη διάνοιξη του ποταμού Μέγα και στα έργα αναδασμού που έγιναν εδώ.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με μια σειρά κι από πιο κοντά:
1. Γνωρίζουμε ήδη πως οι Φαναριώτες κάτοικοι του Κομπέλου έφτιαξαν αναχώματα για να μη γυρίζει το νερό από τα ρέματα, που κουβαλούσαν τεράστιους όγκους υδάτων της δυνατής βροχής, από τις λεκάνες απορροής των λόφων του Φαναρίου και των Καναλίων, μέσα στα ντάμια και στους μπαχτσέδες τους. Όσοι δεν έφτιαξαν ή δεν συντηρούσαν τα αναχώματα, πλημμύριζαν. Γνωρίζουμε ακόμη πως από τα φερτά υλικά, που κατέβαιναν από τις λεκάνες απορροής των νερών της βροχής, το ύψος του εδάφους του οικισμού του Κομπέλου έχει αυξηθεί. Σήμερα ο Κόμπελος έχει υψόμετρο 105 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
Το γεγονός πως ο Κόμπελος είχε και έχει υγρασία και πολλά κουνούπια, ανάγκαζε τους κατοίκους του να έρχονται για το καλύτερο και πιο υγιεινό κλίμα στο χωριό, στο Φανάρι…
2. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε όλοι και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, είναι πως η περιοχή του κάμπου κάτω από τον Κόμπελο, δηλαδή κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή Καρδίτσας – Φαναρίου, ήταν χέρσα, καθώς μεγάλες γεωργικές εκτάσεις γης έμειναν ακαλλιέργητες, μέχρι το 1952. Ελάχιστα ήταν τα χωράφια που καλλιεργούνταν με σιτάρι, και αυτό γιατί η περιοχή ήταν βάλτος, βαρκό, υγρότοπος με νερό και δεν μπορούσες να περάσεις και να καλλιεργήσεις. Φανταστείτε πώς είναι σήμερα η περιοχή του “Σκατιάρη”… Μόνο από επιλεκτικά σημεία μπορούσες να περάσεις και να μπεις μέσα τον χειμώνα και την άνοιξη.
Οι κάτοικοι του Κομπέλου και του Φαναρίου είχαν ιδιοκτησίες εκεί, με σύνορα, αλλά η περιοχή ήταν ενιαίο λιβάδι. Δεν υπήρχαν αγροτικοί δρόμοι και αν υπήρχαν ήταν λίγοι. Οι Φαναριώτες δεν μπορούσαν να οργώσουν, να καλλιεργήσουν και να σπείρουν εκεί τα χωράφια τους, γιατί τον χειμώνα και την άνοιξη είχαν νερό μέσα, ενώ το καλοκαίρι από τη ζέστη και τη ξηρασία η γη ξεραινόταν και σχιζόταν, άνοιγε .
3. Έχει σημασία να πω πως μετά από δυνατές βροχοπτώσεις η περιοχή, κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή έως και τα χωριά Αρτεσιανό και Ριζάβα, γινόταν λίμνη.
Αυτό υποχρέωσε κι ενέπνευσε τον λαϊκό Φαναριώτη ποιητή, τον Γιώργο Πολύζο (1845-1920, περίπου) να γράψει το ποίημα:
“Η νεροποντή του 1907”.
Γράφει ο λαϊκός μας ποιητής:
Της Σαλαμπριάς τη γέφυρα (του Πηνειού)
αυτή του σιδηροδρόμου
μηχανικός επέρασε
με φόβο και με τρόμο.
Τόσο μεγάλη γέφυρα
και ύψος από είχε
και το νερό τη σκέπαζε
περίπου μία πήχη…
Γουρούνια αγέλη στο Πιτσαρή (Αρτεσιανό)
ήταν εξήντα ένα
τα μάζεψε όλα το νερό
δεν άφησε κανένα…
Στον Κόμπελο μέσα στο Καϊμάρι(περιοχή του)
δύο άλογα βοσκούσαν
τρεις μέρες, νύχτες, στο νερό
νηστικά και χλιμιντρούσαν.
Νοικοκυραίοι τα βλεπαν
θλίβονταν τι να κάνουν
δεν απερνούσε το νερό
να παν για να τα πάρουν.
Μόνο ο Γιώργος Ντοϊλιάνης
γενναίο παλικάρι
μες στο νερό επήδησε
και φαινόταν σαν το ψάρι.
Έτσι πάει και τα βγαλε
με σίδηρα στα πόδια
και μες στ’ αχούρι τα φερε
στ’ αχούρι και στα βόδια.
4. Όπως θα μου πει ο Θανάσης Γεωργούσης, αυτό το γεγονός είχε μέχρι το 1952 τις εξής συνέπειες:
* Οι Φαναριώτες ιδιοκτήτες των λιβαδιών έκοβαν το χορτάρι τον Μάιο μήνα. Τότε ήταν που έρχονταν και οι περίφημοι κοσιατζήδες από τα ορεινά χωριά και κόβανε το χορτάρι. Οι χωρικοί μάζευαν, κουβαλούσαν κι αποθήκευαν το ξερό χόρτο στο σπίτι τους για να το χρησιμοποιήσουν ως τροφή για τα ζώα τους τους χειμερινούς μήνες. Η κοπή του χορταριού των λιβαδιών γινόταν μόνο μια φορά τον χρόνο, τον Μάιο μήνα.
* Από τον Ιούνιο μέχρι τις 26 Οκτωβρίου τα κοπάδια από πρόβατα, αγελάδες και βουβάλια βοσκούσαν ελεύθερα σε όλα τα λιβάδια που ήταν κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή του Κομπέλου και του σταθμού του Φαναρίου και μάλιστα χωρίς ενοίκιο. Τα χωράφια αυτούς τους μήνες ήταν σαν χέρσα, σαν να μην είχαν οι ιδιοκτήτες τους χωράφι. Στο μεταξύ οι δεκάδες οικογένειες των Βλάχων τσελιγκάδων από το Γαρδίκι Τρικάλων, από τον Μάιο μήνα, αναχωρούσαν για το ορεινό χωριό τους.
* Από τις 26 Οκτωβρίου μέχρι το τέλος Μαϊου η ελεύθερη βοσκή απαγορευόταν. Απαγορευόταν για δύο κυρίως λόγους:
α. Για να αφεθεί να μεγαλώσει το χορτάρι των λιβαδιών με τις βροχές του φθινοπώρου, του χειμώνα και της άνοιξης και να το κόψουν τον Μάιο οι Φαναριώτες ιδιοκτήτες τους.
β. Γιατί οι Φαναριώτες ιδιοκτήτες των λιβαδιών νοίκιαζαν αυτούς τους μήνες του χειμώνα τα χωράφια τους σε οικογένειες Βλάχων τσελιγκάδων από το Γαρδίκι Τρικάλων. Πάνω από 60 οικογένειες Βλάχων από το ορεινό Γαρδίκι κατέβαιναν κυρίως στον Κόμπελο και τη Λοξάδα, αλλά και στο Φανάρι, οι οποίοι στην αρχή φτιάχναν καλύβια και στη συνέχεια νοίκιαζαν σπίτια και λιβάδια για να βόσκουν τα χιλιάδες πρόβατά τους τους χειμερινούς μήνες. Βοσκούσαν τα κοπάδια τους όχι μόνο στην περιοχή τού “Σκατιάρη” και στις πλαγιές των λόφων του Φαναρίου, της Λοξάδας και των Καναλίων αλλά και σε λιβάδια που νοίκιαζαν στους υγρότοπους του κάμπου. Επειδή τα κοπάδια προβάτων και κερασφόρων ζώων ήταν πολλά, οι περιοχές της Λοξάδας, του Φαναρίου και του Κομπέλου δεν επαρκούσαν. Ο Γαρδικιώτης Αλέξανδρος Μπουντούρης, γεννημένος το 1936, μου είπε πως η οικογένειά του νοίκιαζε 1.000 στρέμματα λιβάδια, με συμβόλαιο για πολλά χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η οικογένεια, (ο πατέρας με τα δύο παιδιά του), νοίκιαζε τα κτήματα του Χατζηγούλα και του Θανόπουλου μέχρι το 1956.
5. Η διάνοιξη του ποταμού Μέγα το 1952.
Όπως είδαμε, μέχρι το 1952, η περιοχή, δηλαδή ο κάμπος κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή Φαναρίου, ήταν βάλτος, υγρότοπος και ακατάλληλος για καλλιέργεια κηπευτικών ή άλλων φυτών, είτε δημητριακών, είτε κτηνοτροφικών. Τα χωράφια ήταν λιβάδια.
Ο Βαγγέλης Ντοϊλιάνης- γιος του Γιώργου Ντοϊλιάνη, για τον οποίο μιλάει ο ποιητής Γιώργος Πολύζος- γεννημένος το 1939, θυμάται:
“Το 1952 ήρθαν 3 φαγάνες, τρεις εκσκαφείς. Άνοιξαν το ποτάμι από το Πιτσαρή, δηλαδή από το χωριό Αρτεσιανό, προς τον Κόμπελο. Από το Αρτεσιανό ξεκίνησε η διάνοιξη του ποταμού Μέγα και προχώρησε προς τον Κόμπελο. Στη συνέχεια πήραν τα νερά από την περιοχή του Κομπέλου και της Λοξάδας, του “Σκατιάρη”. Πρώτα πήραν τα νερά από την περιφέρεια του “Σκατιάρη”, με βαθύ και πλατύ χαντάκι που διάνοιξαν και τα έριξαν στον Μέγα ποταμό. Νερό δεν έμεινε ούτε σταγόνα στον “Σκατιάρη”. Στη συνέχεια προχώρησαν τη διάνοιξη του ποταμού Μέγα προς τον σιδηροδρομικό Σταθμό Φαναρίου. Ο υγρότοπος ήταν γεμάτος με παπιά και χηνάρια”.
6. Οι αναδασμοί του 1965-1970 στην περιοχή του Φαναρίου και του Κομπέλου.
Ο πρώτος αναδασμός ξεκίνησε το 1965 και ολοκληρώθηκε το 1967, ενώ κυρώθηκε το 1970. Ο πρώτος αναδασμός αφορούσε την περιοχή του κάμπου που βρίσκεται δεξιά του ποταμού Μέγα, όπως ρέουν τα νερά του προς το χωριό Αρτεσιανό ή Πιτσαρή και φτάνει μέχρι τη σιδηροδρομική γραμμή του Κομπέλου και το ύψος του οικισμού Μπεηλίκι.
Ο δεύτερος αναδασμός έγινε το 1970 και αφορούσε την περιοχή του κάμπου αριστερά του ποταμού Μέγα, δηλαδή προς τα μέρη Κουλτούκια και Λούρο. [Ο Γιώργος Κουλοσούσας, ο γιος του Μανώλη, ο οποίος το έχει ερευνήσει το θέμα, μου είπε πως οι ημερομηνίες των δύο αναδασμών είναι αυτές που αναφέρω. Αλλά κι απ’άλλες πηγές οι ημερομηνίες αυτές είναι περίπου] Οι δύο αυτοί αναδασμοί στο Φανάρι Ιθώμης έλυσαν μερικά πολύ σημαντικά προβλήματα:
α. Το πρόβλημα του πολυτεμαχισμού τού γεωργικού κλήρου, λόγω της ιστορικής εξέλιξης της γαιοκτησίας στο χωριό μας, όπως γνωρίσαμε σε παλαιότερα μαθήματα. Οι ιδιοκτησίες των Φαναριωτών ήταν διεσπαρμένες σε 5-7 μικρά κομμάτια γεωργικής γης, γεγονός που καθιστούσε ασύμφορη και κοπιαστική την καλλιέργεια. Με τους αναδασμούς το πλήθος των αγροτεμαχίων που είχε ο κάθε γεωργός συγκεντρώθηκε σε ένα σημείο, σε μια περιοχή.
β. Το πρόβλημα του αγροτικού οδικού δικτύου- με τη διάνοιξη αγροτικών δρόμων- διευκολύνοντας τη πρόσβαση των γεωργικών μηχανημάτων στα χωράφια των αγροτών.
γ. Το πρόβλημα της αποστράγγισης των νερών από τα χωράφια. Τώρα το νερό φεύγει από τα αποστραγγιστικά χαντάκια προς τον ποταμό Μέγα. Ωστόσο η σωστή συντήρηση των καναλιών που χαράχτηκαν κατά τον αναδασμό και του ίδιου του ποταμού Μέγα, παραμένει το κρίσιμο ζήτημα για την προστασία των καλλιεργειών, των ανθρώπων και των ζώων.
#Στην πρώτη φωτογραφία βλέπουμε το κάμπο του Φαναρίου Καρδίτσας και του Κομπέλου αριστερά και δεξιά (κάτω) της σιδηροδρομικής γραμμής Καρδίτσας – Φαναρίου. Στα δεξιά της φωτογραφίας όπως κοιτάμε η περιοχή ήταν υγρότοπος, δηλαδή βαρκό. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από τον Γιάννη Γιαννουσά.
Στη δεύτερη φωτογραφία βλέπουμε μια αναβατισσα και ένα άλογο του ιππικού ομίλου ο Πήγασος, που διατηρεί ο φίλος Φώτης Βαμπούλας στο χωριό Λοξάδα, δίπλα στον Κόμπελο. Στο βάθος το πανέμορφο Φανάρι Ιθώμης. Είναι πολύ πιθανόν ο οικισμός του Κομπέλου να πήρε το όνομά του από τη σλαβική λέξη κομπίλα που σημαίνει άλογο, φοράδα, καθώς ήταν και είναι περιοχή που εκτρέφει άλογα!
Στην τρίτη φωτογραφία βλέπουμε κερασφόρα ζώα, αγελάδες και βουβάλια, τα οποία έβοσκαν στον υγρότοπο τού Κομπέλου Φαναρίου.
Στην τέταρτη φωτογραφία βλέπουμε μια αεροφωτογραφία του Φαναρίου Καρδίτσας, του οικισμού του Κομπέλου και του κάμπου του στη θεσσαλική πεδιάδα, τραβηγμένη από τον Γιώργο Γιαννάκη. Μπορείτε να διακρίνετε τον ποταμό Μέγα, ο οποίος ανοίχτηκε το 1952, και διοχετεύει τα νερά του στον Πηνειό ποταμό, καθώς και τη σιδηροδρομική γραμμή Καρδίτσας-Φαναρίου-Καλαμπάκας. Ο πρώτος αναδασμός έγινε μεταξύ σιδηροδρομικής γραμμής και ποταμού Μέγα.
Στην τελευταία φωτογραφία ο Κόμπελος έχει τυλιχτεί από ένα παχύ στρώμα ομίχλης 50 μέτρων και έχει χαθεί από τα μάτια των κατοίκων του χωριού μας, του Φαναρίου Καρδίτσας.
Τηλέφωνο επικοινωνίας 6976026625




