11ο: Η έννοια στη Γνωσιοθεωρία των στωικών λογικών
Αγαπητοί φίλοι
Συνεχίζω το μεγάλο αφιέρωμα στη στωική Λογική και Φιλοσοφία. Σήμερα θα αναφερθώ στον λογικό όρο “έννοια”, όπως τον σημασιοδότησαν οι στωικοί φιλόσοφοι και λογικοί, ενώ θα προχωρήσω σε μια υλιστική διαλεκτική κριτική του.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με μια σειρά:
1. Σε προηγούμενο μάθημα γνωρίσαμε πως για τους στωικούς φιλοσόφους τα πράγματα συλλαμβάνονται και κατανοούνται διά μέσου των εννοιών ή με τη βοήθεια των εννοιών. “Διά γαρ των εννοιών τα πράγματα λαμβάνεται”. Βλέπε Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, εκδόσεις Κάκτος και Γεωργιάδης.
2. Τι είναι λοιπόν η έννοια για τους στωικούς φιλοσόφους και λογικούς;
Σύμφωνα με τους στωικούς η αντίληψη και η κατανόηση των πραγμάτων, αν για παράδειγμα αυτά είναι άσπρα ή μαύρα, με λεία ή με ανώμαλη επιφάνεια, αυτό γίνεται με τη βοήθεια των αισθήσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις αισθήσεις της όρασης και της αφής. Όταν όμως πρόκειται να συμπεράνουμε για το αν υπάρχει θεός ή όχι, ή αν υπάρχει θεία πρόνοια ή όχι, αυτό το κατανοούμε ή το συλλαμβάνουμε με τη βοήθεια του λογικού μας.
Δίνοντας τον ορισμό της “έννοιας”, για λογαριασμό των στωικών φιλοσόφων, ο Διογένης Λαέρτιος, γράφει:
“Έννοια είναι το φάντασμα της διάνοιας, το οποίο δεν υπάρχει ως οντότητα ούτε ως ποιότητα, αλλά παρουσιάζεται ως οντότητα και ποιότητα. Αυτό γίνεται, για παράδειγμα, όταν σχηματίζουμε, όταν φέρνουμε στην ψυχή μας το ανατύπωμα, την παράσταση ενός αλόγου χωρίς αυτό να είναι πραγματικά μπροστά μας”.
Για τους στωικούς η έννοια “φάντασμα” είναι διαφορετική από την έννοια “φαντασία”. Κι αυτό γιατί το “φάντασμα” είναι μια “δόκησις”, δηλαδή μια υποψία, ένα όραμα, μια οπτασία της διάνοιας, όπως γίνεται στη διάρκεια του ύπνου, ενώ η “φαντασία”, όπως έχουμε ήδη δει, είναι η εντύπωση ή η αλλοίωση της ψυχής από ένα εξωτερικό αντικείμενο που έχει επιδράσει στα αισθητήρια όργανα και στη συνέχεια έχει αφήσει το αποτύπωμά του στην ψυχή.
Σύμφωνα με τους στωικούς, τα νοούμενα, δηλαδή τις έννοιες, τις σχηματίζουμε μέσα στο ηγεμονικό, δηλαδή στο λογικό μέρος της ψυχής με ποικίλους, με διαφορετικούς τρόπους. Γράφει ο Διογένης Λαέρτιος:
“Των γαρ νοουμένων τα μεν κατά περίπτωση εννοήθη, τα δε καθ’ομοιότητα, τα δε κατ’ αναλογίαν, τα δε κατά μετάθεσιν, τα δε κατά σύνθεσιν, τα δε κατ’εναντίωσιν”. Ενώ λίγο παρακάτω προσθέτει κι άλλους τρεις τρόπους σχηματισμού εννοιών, όπως τους κατά μετάβασιν, φυσικώς και κατά στέρησιν.
Κι ο Διογένης Λαέρτιος προχωρεί στη συνέχεια σε κάπως πιο αναλυτική έκθεση των τρόπων με τους οποίους σχηματίζονται στον νου μας τα νοούμενα, οι έννοιες και οι προ-έννοιες ή προλήψεις:
α. Κατά περίπτωση. Κάποιες έννοιες σχηματίζονται με την άμεση επαφή με τα υλικά αντικείμενα. Πρόκειται για τις έννοιες που προέρχονται από τις αισθήσεις μας. Το εξωτερικό αντικείμενο επιδρά πάνω στα αισθητήρια όργανά μας και αφήνει το αποτύπωμά του στο ηγεμονικό, στο λογικό, στο διανοητικό μέρος της ψυχής μας.
β. Από ομοιότητα. Κάποιες άλλες έννοιες προέρχονται, σχηματίζονται από τη σύγκριση με κάτι που βρίσκεται κοντά μας. Παράδειγμα: Σχηματίζω την ατομική έννοια του Σωκράτη μέσα στο μυαλό μου, όταν βλέπω την προτομή του. Η έννοια του φιλοσόφου Σωκράτη είναι ατομική έννοια, γιατί δεν υπάρχει άλλος Σωκράτης φιλόσοφος, καθώς ο συγκεκριμένος Σωκράτης είναι ένα μεμονωμένο άτομο.
γ. Κατά αναλογία. Πρόκειται για έννοιες που συγκροτούνται είτε με την αύξηση, όπως συμβαίνει με τις έννοιες Τιτυός και Κύκλωπας, είτε με μείωση, όπως η έννοια Πυγμαίος. Ακόμα και η έννοια του κέντρου της Γης έγινε αντιληπτή ή μάλλον κατανοητή με τον τρόπο της κατ’ αναλογίας από μικρές σφαίρες.
δ. Κατά μετάθεση. Πρόκειται για έννοιες που συγκροτούνται, σχηματίζονται με μετάθεση, όπως για παράδειγμα όταν τοποθετούμε μάτια στο στήθος.
ε. Κατά σύνθεση. Πρόκειται για έννοιες όπως Κένταυρος ίππος, ο οποίος ήταν μια έννοια η οποία σχηματίστηκε από τη σύνθεση των εννοιών του ίππου και του Κενταύρου.
στ. Κατά αντίθεση. Πρόκειται για έννοιες που συγκροτούμε ή σχηματίζουμε από αντίθεση. Έτσι η έννοια θάνατος σχηματίζεται από την αντίθεση προς την έννοια της ζωής.
ζ. Κατά μετάβαση. Πρόκειται για έννοιες που συγκροτούμε, όπως είναι τα λεκτά, δηλαδή τα σημαινόμενα, τα οποία είναι το άυλο νόημα που μεταφέρουν στην ψυχή μας τα σημαίνοντα, δηλαδή η υλική πλευρά των προφορικών και των γραπτών λέξεων. Στην ίδια ομάδα ανήκει και η έννοια του τόπου, του χώρου.
η. Τα κατά φύση. Πρόκειται για προ-έννοιες οι οποίες προέρχονται από τη φύση. Τέτοιες προ-έννοιες ή προλήψεις είναι, για τους στωικούς, σύμφωνα πάντα με τον Διογένη Λαέρτιο, οι έννοιες της δικαιοσύνης και του αγαθού. [Είναι προφανές πως αυτές οι φυσικές έννοιες ή προλήψεις δεν προέρχονται από τη φύση, αλλά είναι ιστορικές και κοινωνικές έννοιες, διαμορφώνονται μέσα στην κοινωνία και σε κάθε στάδιο ανάπτυξης της κοινωνίας έχουν διαφορετικό περιεχόμενο. Βλέπε περισσότερα και πιο κάτω]
θ. Κατά στέρηση. Πρόκειται για έννοιες που συγκροτούμε από την αντίληψη και την κατανόηση της έλλειψης, όπως στην περίπτωση ενός ανθρώπου που δεν έχει χέρια.
3. Διαπιστώνουμε πως για τους στωικούς οι έννοιες έχουν την πηγή τους στα πράγματα που αντανακλώνται στην ψυχή μας και στη συνέχεια αυτά τα δεδομένα των αισθήσεων υποβάλλονται στην επεξεργασία της νόησης. Το αίσθημα, η φαντασία, η εμπειρία είναι η πρώτη επαφή του ανθρώπου με τον κόσμο. Το λογικό μέρος της ψυχής πρέπει στη συνέχεια να δώσει ή όχι τη συγκατάθεσή του στη φαντασία. Για να δώσει τη συγκατάθεσή του θα πρέπει να πειστεί ότι η φαντασία είναι αληθινή, ότι αποτελεί πιστό, καθαρό, έντονο αντίγραφο του αντικειμένου. Όταν οι φαντασίες, οι παραστάσεις των ομοειδών πραγμάτων επαναλαμβάνονται και αποθηκεύονται στη μνήμη, τότε σχηματίζονται οι κοινές έννοιες, τις οποίες οι στωικοί αποκαλούν “προλήψεις”. Οι προλήψεις είναι προ-έννοιες. Γράφει σχετικά ο Διογένης Λαέρτιος:
“Εστί δ’ πρόληψις έννοια φυσική των καθόλου”, δηλαδή η πρόληψη είναι μια εκ φύσεως καθολική έννοια. Η πρόληψη είναι μια γενική έννοια, η οποία δημιουργείται με φυσικό τρόπο. Προφανώς διά μέσου των αισθήσεων καθώς οι στωικοί φιλόσοφοι δεν δέχονται εκ των προτέρων φαντασίες ή ιδέες, όπως ο Πλάτων. Οι έννοιες του “αγαθού” και του “δικαίου” θεωρούνται από τους στωικούς ως φυσικές έννοιες, ως προλήψεις! Με άλλα λόγια, οι φυσικές έννοιες είναι κοινές έννοιες και σχηματίζονται στο ηγεμονικό μέρος της ψυχής όλων των ανθρώπων, σε όλες τις εποχές, με φυσικό τρόπο από την επαναλαμβανόμενη εμπειρία. Οι προλήψεις, οι κοινές έννοιες, λειτουργούν ως μέτρα σύγκρισης για άλλες, καινούριες εντυπώσεις.
Είναι φανερό πως οι προλήψεις, οι κοινές έννοιες, είναι προ-έννοιες, γιατί προηγούνται των επιστημονικών και λογικών εννοιών. Η υλιστική διαλεκτική φιλοσοφία και Λογική δεν δέχεται την ύπαρξη τέτοιων φυσικών προ-εννοιών, καθώς υποστηρίζει πως οι προ-έννοιες όπως και οι λογικές έννοιες είναι κοινωνικά και ιστορικά προϊόντα. Για παράδειγμα, η άποψη των στωικών πως οι κοινές έννοιες, οι στωικές προλήψεις, είναι φυσικές και ισχύουν σε κάθε κοινωνία, για κάθε άνθρωπο και σε κάθε ιστορική περίοδο, είναι λανθασμένη και αντιεπιστημονική. Οι προλήψεις, οι κοινές έννοιες, όπως παραδείγματος χάρη αυτές που αναφέρει ο ίδιος ο Διογένης Λαέρτιος για τους στωικούς, δηλαδή του “αγαθού” και της “δικαιοσύνης”, είναι για έναν δουλοκτήτη της αρχαίας Ελλάδας εντελώς διαφορετικές από έναν μισθωτό εργάτη της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Άρα, οι προλήψεις, οι κοινές έννοιες, δεν είναι φυσικές αλλά εκφράζουν τις διαφορετικές ιστορικές, κοινωνικές και ταξικές ανάγκες κι εμπειρίες του κάθε ανθρώπου.
Μια προ-έννοια, μια πρόληψη αλλά και μια φαντασία, για να γίνει επιστημονική έννοια πρέπει όπως είπαμε να πάρει τη συγκατάθεση του νου. Ο νους πριν δώσει τη συγκατάθεσή του πρέπει να ελέγξει την πρόληψη και την καταληπτική φαντασία λογικά και σύμφωνα με τον αντικειμενικό λόγο του σύμπαντος, τον θεϊκό λόγο, της ειμαρμένης, της αναγκαιότητας, της νομοτέλειας.
Η καταληπτική φαντασία δεν είναι έννοια, εκτός κι αν είναι ατομική έννοια, όπως η έννοια Ντούσας Δημήτρης ή Σωκράτης. Η καταληπτική φαντασία είναι η μονάδα, ενώ η επιστημονική έννοια είναι η γενική αλλά λογική έννοια. Η γενική λογική έννοια αποτελείται από την επεξεργασία πολλών καταληπτικών φαντασιών ομοειδών αντικειμένων, που αποθηκεύονται στη μνήμη, στο ηγεμονικό μέρος της ψυχής, το οποίο τις ομαδοποιεί και σχηματίζει την επιστημονική έννοια. Αυτές οι λογικές έννοιες, οι οποίες έχουν όνομα, βασίζονται στον λόγο και αποτελούν την ακλόνητη και βέβαιη γνώση, συγκροτούν την επιστήμη, τον συγκροτημένο επιστημονικό λόγο.
4. Διάφοροι μελετητές του έργου των στωικών αλλά και των συγγραφέων που έχουν γράψει για τους στωικούς, όπως του Διογένη Λαέρτιου, τονίζουν πως ο Διογένης Λαέρτιος δανείστηκε από διάφορους συγγραφείς, όπως από το έργο του Διοκλή του Μάγνη, ασύνδετες περικοπές για τους διάφορους τρόπους σχηματισμού των εννοιών και τις παρέθεσε αυτές χωρίς καμία λογική και μάλιστα με τρόπο που αλλοίωσε το νόημά τους. Βλέπε Τιμ. Ν. Ζήση, Το λογικόν μέρος της φιλοσοφίας των αρχαιότερων στωικών, Αθήνα, 1965, σελ. 71.
Για την υλιστική διαλεκτική Γνωσιοθεωρία, η έννοια δεν είναι απλώς μια εικόνα, μια παράσταση στο κεφάλι μας, αλλά η συμπύκνωση της επιστημονικής γνώσης μας για την ουσία των πραγμάτων. Η έννοια είναι μορφή αντανάκλασης της φύσης και της κοινωνίας στον εγκέφαλο τού ανθρώπου διαμέσου των αισθητηρίων οργάνων των αισθήσεων, αλλά δεν είναι μια απλή μεταφορά. Η έννοια είναι υποκειμενική στην αφηρημένη της ιδιότητα, είναι όμως αντικειμενική στην πηγή της, στην προέλευσή της. Η κάθε έννοια αποτελεί στοιχείο της γνώσης της φύσης και του κοινωνικού κόσμου από τον άνθρωπο. Οι έννοιες δεν έχουν ένα σταθερό, στατικό, αμετάβλητο περιεχόμενο, αλλά αλλάζουν περιεχόμενο όσο αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και οι επιστήμες. Οι έννοιες δεν προκύπτουν μόνο από την παρατήρηση της φύσης και της κοινωνίας αλλά πηγάζουν κυρίως απ’την κοινωνική πράξη, απ’ την εργασία. Άλλωστε στην πράξη θα πρέπει να αποδεικνύεται η ορθότητα ή όχι μιας έννοιας. Η έννοια “σκεπάρνι”, δεν είναι μόνο η παράστασή του, αλλά είναι κυρίως η κατανόηση των ιδιοτήτων του και της λειτουργίας του στην υλική παραγωγή.
Η ανεπάρκεια της φιλοσοφίας και της Λογικής των στωικών φαίνεται και από το γεγονός πως θεωρούν την καρδιά ως το όργανο στο οποίο αντανακλώνται τα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου και γίνεται η επεξεργασία των εισερχομένων αισθημάτων ή φαντασιών και όχι στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Την ίδια θέση έχουν και οι επικούρειοι. Ενώ ο ιδεαλισμός τους φαίνεται από την άποψή τους πως ο άνθρωπος γνωρίζει με την ψυχή του, και μάλιστα με το ηγεμονικό μέρος της ψυχής του- που τάχατες κατοικοεδρεύει στην καρδιά. Δεν μπορούν να σκεφτούν πως αυτός που σκέφτεται και γνωρίζει είναι ο άνθρωπος, ο κοινωνικός, ο πολιτισμένος, ο εκγλωσσισμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος με τη βοήθεια του πολιτισμού, της κοινωνικής γλώσσας, των αισθητηρίων οργάνων του και του εγκεφάλου του.
Με άλλα λόγια: Ο ζωντανός άνθρωπος σκέφτεται και όχι κάποια “ψυχή” του. Οι έννοιες δεν σχηματίζονται στην ψυχή του ανθρώπου αλλά στον εγκέφαλο τού κοινωνικού, εκγλωσσισμένου και πολιτισμένου ανθρώπου. Βλέπε Ντούσας Δημήτρης, Γνωσιοθεωρία και Φιλοσοφία του Νου, εκδόσεις Χατζηλακος, 2021.
Αύριο η συνέχεια…
Τηλέφωνο επικοινωνίας 6976026625

